Δημοσίευμα

«Οι ήρωές μας συνήθως είναι πιο ενδιαφέροντες από εμάς». Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη

«Οι ήρωές μας συνήθως είναι πιο ενδιαφέροντες από εμάς». Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη
Φαντάζεστε να είχαμε τη δυνατότητα να συναντούσαμε τους αγαπημένους μας συγγραφείς; Κι όχι μόνο αυτούς, αλλά και κάποιους ήρωές τους; Αυτήν ακριβώς την τύχη έχει ο αφηγητής του Δημήτρη Στεφανάκη στο νέο του μυθιστόρημα «Στο καφενείο του Αιόλου» (εκδ. Ακροβάτης), το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία. Ευφάνταστο, γραμμένο με χιούμορ, αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα ματιά στον χώρο της κλασικής λογοτεχνίας. Ο βραβευμένος συγγραφέας μιλά στην «ΠτΚ» για τη διαδικασία της συγγραφής, τους ήρωες, τη λογοτεχνία και τα στοιχεία εκείνα που της εξασφαλίζουν αντοχή στον χρόνο.
 
Το μυθιστόρημα «Στο καφενείο του Αιόλου» το γνώρισαν πρώτα οι Γάλλοι, κι ύστερα εμείς. Πώς αποφασίσατε το «ταξίδι» του στο εξωτερικό και πώς το υποδέχτηκαν οι εκεί αναγνώστες;
Ηταν ένα γύμνασμα Γαλλικών στην αρχή. Υστερα αυτή η ιδέα άρεσε στον Γάλλο εκδότη. Με τη φροντίδα της Βάσως Λούκου τα επεισόδια του σπονδυλωτού αυτού μυθιστορήματος αποδόθηκαν σε άρτια Γαλλικά και οφείλω να πω ότι και ως ιδέα και ως κείμενο κέρδισε θετικές εντυπώσεις από το γαλλικό αναγνωστικό κοινό.
 
Η μετάφρασή του, στη συνέχεια, σας έβαλε στη διαδικασία να «πειράξετε» κάτι;
Οχι γιατί νομίζω έτσι κι αλλιώς πως η μεταφορά από γλώσσα σε γλώσσα ήδη είναι μια επεμβατική διαδικασία μέσα από την οποία το αρχικό κείμενο μεταλλάσσεται σημαντικά.
 
Αίολος ο ιδιοκτήτης του καφενείου, με θαμώνες που θα ήθελε να συναντήσει ο κάθε λάτρης του βιβλίου. Ντοστογιέφσκι, Προυστ, Καμύ, Μπόρχες, Φιτζέραλντ, ντε Μπωβουάρ, δεν χωρούν εδώ όλοι, αλλά και κάποιοι εκ των ηρώων τους. Πώς προέκυψε η ιδέα αυτών των συναπαντημάτων;
Πρόκειται για μια παλιά εμμονή μου, η οποία έχει προκύψει μάλλον από τις αναγνώσεις των μεγάλων έργων. Συν τω χρόνω αποκτά κανείς συγγενικούς δεσμούς τόσο με τους ήρωες όσο και με τους δημιουργούς τους. Κάποια στιγμή οι αγαπημένοι μας συγγραφείς και οι χαρακτήρες γίνονται κομμάτι μιας πραγματικότητας για την οποία θα «βάζαμε το χέρι μας στη φωτιά». Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί πώς θα ήταν η συνάντησή μου με τον Μπαλζάκ ή με τον Τολστόι, τι εντύπωση θα μου άφηνε η επαφή μου με τον Μερσώ του Καμύ ή με τον Μίτια Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι.

Και γιατί ονομάσατε Αίολο τον «καφετζή»;
Είναι μια μεταφορά που παραπέμπει στη δημιουργική αύρα της λογοτεχνίας.

Σταθερός θαμώνας ο ανώνυμος αφηγητής-αναγνώστης, ο οποίος κοντράρεται ενίοτε με τον Αίολο. Αν υποθέσουμε ότι ο πρώτος είναι το άλτερ έγκο σας, ο δεύτερος είναι ένας άλλος εαυτός σας; Το «πειραχτήρι» που αμφισβητεί, σχολιάζει, κρίνει τα της λογοτεχνίας;
Με τα χρόνια έχω πεισθεί ότι οι ήρωές μας όχι μόνο δεν μας ανήκουν αλλά συνήθως είναι και πιο ενδιαφέροντες από μας τους ίδιους. Καταλήγουμε δηλαδή οι συγγραφείς να γινόμαστε περισσότερο παρατηρητές και λιγότερο δημιουργοί κάποιων χαρακτήρων κι αυτό νομίζω ότι είναι το κλειδί για να γράψει κανείς πειστικά. Κοντολογίς, τους ήρωες δεν τους πλάθουμε, πέφτουμε πάνω τους τυχαία. Με αυτή τη έννοια τόσο ο Αίολος όσο και ο ανώνυμος αφηγητής έχουν τη δική τους υπόσταση που υπερβαίνει σαφώς τη δική μου ύπαρξη, τις απόψεις μου και τα όριά μου.
 
«Δεν αντέχω τα βιβλία που βγαίνουν μέσα από τη ζωή», η άποψη του αναγνώστη, αναφερόμενος στον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Χεμινγουέι. Τη συμμερίζεστε, να υποθέσω;
Πιστεύω απλώς ότι πρόκειται για μια κάλπικη δήλωση. Τι θα πει βιβλίο που βγαίνει μέσα από τη ζωή; Η πραγματικότητα είναι το οξυγόνο της λογοτεχνίας. Μπορεί να αμφισβητούμε την πραγματική ζωή, να την ανατρέπουμε, να τη στηλιτεύουμε, να τη σατιρίζουμε, να τη μεταμορφώνουμε αλλά χωρίς πραγματικότητα κανείς και τίποτε δεν αναπνέει. Συνεπώς δεν υπάρχουν βιβλία βγαλμένα από τη ζωή και βιβλία χωρίς σταγόνα πραγματικότητας.
 
Ενα κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη συγκίνηση που προκαλεί η λογοτεχνία, «αρκεί να μη γίνεται αυτοσκοπός». Ποια τα στοιχεία της καλής λογοτεχνίας κατ' εσάς;
Αν συμφωνήσουμε ότι η λογοτεχνία δεν είναι παρά μια εμπειρία ανάγνωσης, τότε η καλή λογοτεχνία ισοδυναμεί με μια αυθεντική εμπειρία. Αυτό σημαίνει ότι είναι πρακτικά αδύνατο να διαχωρίσει κανείς μεμονωμένα στοιχεία από ένα ή περισσότερα κείμενα. Μπορώ να πω πάντως ότι η υπερβολική διάθεση του συγγραφέα να διδάξει ή να συγκινήσει μέχρι δακρύων, να κάνει επίδειξη γνώσεων ή λεξιλογίου μειώνουν αισθητά την απόλαυση που αντλούμε από τη λογοτεχνία. Σίγουρα η απλότητα και η ειλικρίνεια, η αμεσότητα αλλά και ο στοχασμός πάνω στην αφηγηματική πραγματικότητα δίνουν συνήθως τα πιο γοητευτικά έργα που αντέχουν στον χρόνο.
Το χιούμορ είναι ένα από τα «συστατικά» του βιβλίου σας και δη σε γενναίες δόσεις. Βγήκε αυθόρμητα; Και πώς περάσατε γράφοντας;
Οσο δεν παίρνει κανείς πολύ στα σοβαρά τον συγγραφικό του εαυτό, πάντα προκύπτει μια δόση χιούμορ, μικρή ή μεγάλη δεν έχει σημασία. Και μια που μιλήσαμε για την αναγνωστική απόλαυση, ας πούμε και για την απόλαυση της συγγραφής παρά τις δυσκολίες που αναπόφευκτα ανακύπτουν σχεδόν σε κάθε παράγραφο. Η αλήθεια είναι ότι το δίγλωσσο παιχνίδι ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία που έκανε τις μέρες δουλειάς ακόμα πιο ευχάριστες από ό,τι συνήθως.
 
Κάνατε ένα νέο βήμα. Στον εκδοτικό χώρο. Ποιο το έναυσμα για τη δημιουργία του «Ακροβάτη» σας, του οποίου τη σφραγίδα φέρει το νέο σας μυθιστόρημα αλλά και το πρώτο σας «Φρούτα Εποχής;».
Ηθελα απλώς να δω κάποια βιβλία μου τυπωμένα και επιμελημένα με τη δική μου αισθητική. Αν ο «Ακροβάτης» θα καταφέρει να γίνει κάτι περισσότερο αυτό θα αποδειχθεί στο μέλλον.
 
Είκοσι χρόνια μετά, ξαναπιάνοντας τα «Φρούτα Εποχής», τι σκέψεις κάνατε, αλήθεια;
Τα «Φρούτα Εποχής» γράφτηκαν κάποτε με διάθεση αυτοσχεδιασμού, χωρίς τους αυστηρούς κανόνες που πρώτος εγώ θα έθετα σήμερα στον εαυτό μου. Αναδίδουν τη δροσιά ενός νέου ανθρώπου που ονειρευόταν να κατακτήσει τον κόσμο της λογοτεχνίας. Κοιτώντας πίσω μου τόσα χρόνια μετά δεν ξέρω τι ακριβώς έχω καταφέρει, αλλά έχω την ικανοποίηση να διαβάζω τα «Φρούτα Εποχής» και να μην βρίσκω σοβαρές ρωγμές στη γραφή τους.
 
Πώς συμπορεύεστε με την πανδημία κα κατά πόσο έχει επηρεάσει πτυχές της ζωής σας ως πολίτη, συγγραφέα, εκδότη;Καταρχάς δεν συμφωνώ με τη συνωμοσιολογία. Ακόμα και αν η πανδημία ήταν ένα τέχνασμα για να μας υποτάξουν δεν ξέρω ποιοι, νομίζω ότι το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Εδώ πρόκειται για άσκηση αυτοπειθαρχίας και οι κοινωνίες των οποίων οι πολίτες αριστεύουν στην αυτοπειθαρχία είναι πιο ελεύθερες και πιο απείθαρχες από τις κατ' όνομα εξεγερμένες. Ως συγγραφέας ήμουν ανέκαθεν μονήρης και απόμακρος άρα ζω σ' ένα περιβάλλον απολύτως οικείο. Ως εκδότης είμαι πολύ μικρός ακόμα για να έχω οποιαδήποτε αίσθηση.
 
Είστε λάτρης της λογοτεχνίας. Αν ήταν γυναίκα, με τι χαρακτηριστικά θα τη φανταζόσασταν;
Η λογοτεχνία όπως και καθετί που αγαπάμε λαμβάνει διαφορετική μορφή κάθε φορά, ανάλογα την περίσταση. Τη φαντάζομαι άλλοτε σαν την Αριάδνη από το «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» άλλοτε σαν την Υβέτ Σαντόν από τις «Μέρες Αλεξάνδρειας» και άλλοτε σαν την Ωραία από την «Αρια».
 
Συνέντευξη στην ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ
Δημήτρης Στεφανάκης: «Οι ήρωές μας συνήθως είναι πιο ενδιαφέροντες από εμάς». Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη - 13 Σεπτεμβρίου 2020

Αναρτήθηκε από: Dimitris Stefanakis

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Είναι συγγραφέας δώδεκα μυθιστορημάτων και ενός δοκιμίου. Έχει... Διαβάστε περισσότερα...

Comments - Σχόλια

Share this Post:

Συνεχίστε την ανάγνωση...

Ο Δημήτρης Στεφανάκης και ο νέος εκδοτικός οίκος «Ακροβάτης»

Πληροφορίες