Δημοσίευμα

“Ευτυχισμένες Οικογένειες” - Συνέντευξη στο blog.public.gr / Διαγωνισμός / Απόσπασμα...

Συνέντευξη με τον συγγραφέα του “Ευτυχισμένες Οικογένειες” – Κερδίστε 3 αντίτυπα!

Η συνέντευξη που ακολουθεί έγινε με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του Δημήτρη Στεφανάκη, “Ευτυχισμένες Οικογένειες“.

Διαβάζοντας το νέο σας βιβλίο παρακολουθούμε επί της ουσίας μία σάγκα που χτίζεται σε τρεις γενιές και ανακαλύπτουμε σταδιακά τα μελανά σημεία μιας οικογένειας. Πώς προέκυψε η ιδέα της συγκεκριμένης σάγκας;
Ανέκαθεν με έθελγαν οι οικογενειακές ιστορίες. Εξάλλου στα σημαντικότερα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως οι Αδερφοί Καραμάζοφ και η Άννα Καρένινα πρωταγωνιστούν οικογένειες. Είναι αλήθεια ότι μετά τις Μέρες Αλεξάνδρειας δεν είχα αξιοποιήσει ξανά την πορεία μιας φαμίλιας μέσα στο χρόνο και στην Ιστορία. Στις Ευτυχισμένες Οικογένειες, το νέο μου μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, υπάρχει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον, αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για ένα συναξάρι οικογενειακών μυστικών που δεν είναι πάντα τόσο ανώδυνα.

Τα βιβλία σας συνδυάζουν πάντοτε ιστορική έρευνα και κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα διατρέχετε έναν ολόκληρο αιώνα. Είναι η λογοτεχνία για εσάς ένας τρόπος να κατανοήσουμε την Ιστορία ή να ξαναγράψουμε την Ιστορία;
Η λογοτεχνία και η Ιστορία είναι οι δύο μεγάλοι αφηγητές του κόσμου. Η αποστολή τους διαφέρει σημαντικά και καλό θα είναι η μία να μην μπλέκεται στα πόδια της άλλης. Αν πρέπει να κάνει κάτι η λογοτεχνία σε σχέση με την Ιστορία θα είναι να την εκθέσει, στο βαθμό που η τελευταία ισχυρίζεται κακώς ότι είναι ο επίσημος θεματοφύλακας της αλήθειας.

“Οι ευτυχισμένες οικογένειες δεν έχουν μυστικά, αλλιώς δεν είναι ευτυχισμένες” διατείνεται ο ήρωάς σας Άγης Δημητριάδης – Σέραρντ, ο οποίος ωστόσο συντηρεί δύο σπίτια, δύο γυναίκες, δύο παιδιά. Ποιος ο ορισμός της ευτυχίας για εσάς; Αναθεωρήσατε ως προς την έννοιά της, αφότου την διαπραγματευτήκατε στο συγκεκριμένο βιβλίο;
Αναφέρθηκα προηγουμένως στην αλήθεια. Η αλήθεια όπως και η ευτυχία είναι έννοιες που ξεπερνούν το ανάστημά μας, δεν μπορούμε να τις εξαντλήσουμε με κανένα τρόπο ούτε με ένα μυθιστόρημα σαν κι αυτό. Καλύτερα λοιπόν να τις αντιμετωπίζουμε με περισσότερο χιούμορ και ιδεολογική ευελιξία.

Η δικηγόρος της οικογένειας Σέραρντ, Λήδα Δημητριάδη, ανακαλύπτει πως οι πάντες κρύβουν μυστικά: πάθη ή εγκλήματα, έχθρες ή προδοσίες, όλα αυτά που συνθέτουν το μέταλλο από το οποίο είναι φτιαγμένες οι «ευτυχισμένες οικογένειες». Έχει ειπωθεί πως η λογοτεχνία δε σου λέει ποτέ πώς είναι οι άνθρωποι, αλλά σου δείχνει. Εσείς προσωπικά στοχεύετε σε κάτι τέτοιο;
Μακάρι να μπορούσα να στοχεύσω σε κάτι τέτοιο. Ένας συγγραφέας, πρέπει να ξέρετε, ξεκινά πάντα με μεγαλεπήβολες προθέσεις, σπάνια όμως καταφέρνει έστω και ένα από τα πράγματα που οραματίστηκε. Δυστυχώς το κείμενο και οι ήρωες μάς υπερβαίνουν.

Υπάρχουν στις σελίδες του βιβλίου σας δικά σας βιώματα; Πρέπει ο συγγραφέας να αυτοβιογραφείται ή θεωρείτε την autofiction πληκτική;
Η αυτοβιογραφική αφετηρία, ακόμα κι αν υπάρχει κάπου, είναι τόσο μεταποιημένη που δύσκολα αναγνωρίζεται ακόμα και από τον ίδιο τον συγγραφέα. Δεν νομίζω ότι η λογοτεχνία εξαρτάται τόσο πολύ από την αυτοβιογραφία.

Έχετε αδυναμία στον Ντοστογιέφσκι, τον Καμύ, τον Κάφκα, τον Προυστ και τον Τζόυς. Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση από τα αναγνώσματά σας;
Η αγαπημένη μου φράση ανήκει στον Βίτολντ Γκομπρόβιτς που λέει: «Λαθεύουμε αν πιστεύουμε πως δημιουργούμε. Στην πραγματικότητα αναβαπτιζόμαστε από το δημιούργημά μας».

Ποιος ο ορισμός του καλού βιβλίου για εσάς;
Το βιβλίο που δεν δίνει απάντηση αλλά θέτει εύστοχα το ερώτημα.

Πώς επιλέγετε πια ένα βιβλίο;
Θα ισχυριστώ, όσο κι αν ακούγεται αλλόκοτο, πως τα βιβλία είναι που μας επιλέγουν κι όχι εμείς αυτά.

Σας αρέσει να “κατοικείτε” τα βιβλία σας; Κυκλώνετε, χρωματίζετε και υπογραμμίζετε φράσεις;
Ασφαλώς και το κάνω, χαράζω τα προσωπικά μου μονοπάτια στα βιβλία, για να μπορώ να επιστρέψω στις πιο χυμώδες σελίδες τους όποτε το θελήσω.

Ποια βιβλία προτείνετε ενθέρμως αυτήν την εποχή;
Ένα Γαλλικό μυθιστόρημα του δεκάτου ενάτου αιώνα θα ταίριαζε πολύ με ένα αντίστοιχο αμερικανικό του εικοστού, του Τόμας Γουλφ ή του Φιτζέραλντ, λόγου χάρη.

Ο Πίτερ Κάρεϊ πρότεινε στους επίδοξους συγγραφείς να “συνηθίσουν καταρχάς τον εαυτό τους στην αυτοκριτική, να κλείσουν την τηλεόραση και να επενδύσουν σε ένα πολυ καλό λεξικό”. Εσείς τι θα συνιστούσατε στους νέους συγγραφείς;
Θα τους συμβούλευα να θητεύσουν στην τέχνη της ανάγνωσης και της υπομονής. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να γίνεται πυροτέχνημα στα χέρια του κοινού.

Μιλήστε μας για το νέο σας εγχείρημα, την επιμέλεια της σειράς των εκδόσεων Μεταίχμιο “Μεγάλες Αφηγήσεις”, όπου συμπεριλαμβάνονται ιδιαίτερα αξιόλογοι τίτλοι, όπως “Το μαγικό βουνό” του Thomas Man, το “Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου” του Thomas Wolfe, το “Ένα δωμάτιο με θέα” του E. M. Forster και “Ο Εραστής ” της Marguerite Duras.
Οι «Μεγάλες Αφηγήσεις» εκπληρώνουν μια παλιά επιθυμία μου να συνομιλήσω με το αναγνωστικό κοινό μέσα από τα βιβλία των μεγάλων συγγραφέων. Πρόκειται για μια σειρά κλασικής λογοτεχνίας που επανατοποθετεί τη σημασία της διαχρονικής λογοτεχνίας και αντιμετωπίζει τα έργα της όχι ως το μπαγιάτικο ψωμί των βιβλιοπωλείων αλλά ως μέρος μιας διαρκούς επικαιρότητας που μας αφορά.

Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα του βιβλίου:

Στοά Φέξη 

«Κύριοι, κύριοι! Εδώ, παρακαλώ! Κοιτάξτε τον φακό!» Βρισκόμαστε στην Αθήνα του ’50 και 
σαν να ακούω το παράγγελμα του πλανόδιου φωτογράφου στην παρέα που λιάζεται στα 
τραπεζάκια του καφενείου στην είσοδο μιας στοάς. Όλοι επιστρατεύουν το καλύτερο χαμόγελό 
τους, παίρνουν μια μεγαλοπρεπή, σχεδόν αφύσικη στάση, κάποιοι κρατούν ακόμα και την 
αναπνοή τους, η στιγμή θα περάσει στην ιστορία, κι ας μη συμβαίνει τίποτε το εξαιρετικό – 
εμπρός λοιπόν, κύριε φωτογράφε! Μου φαίνεται απλό, κι ας μην είναι, να πείσεις τόσους 
ανθρώπους να ποζάρουν ταυτόχρονα. 

Είκοσι νοματαίοι, οι περισσότεροι θαμώνες – μυρίζω τον καϊμακλή, τη φίνα οσμή του ούζου, τον 
αρωματικό καπνό του τσιγάρου· να κι ο καφετζής που προβάλλει από την πόρτα με τον παραγιό 
του. Δυο τρεις όρθιοι έξω από το διπλανό κουρείο –ένας φρεσκοκουρεμένος βγάζει το καπέλο 
του– κι όσοι έχουν βγει από τα παρακείμενα μαγαζιά. Στο βάθος σπεύδει κάποιος να μπει στο 
πλάνο. Υπάρχει μια βεράντα πάνω από το καφενείο. Εκεί, ακουμπισμένοι στα κάγκελα με το 
εξεζητημένο μοτίβο, ποζάρουν δύο άντρες. Στα αριστερά τους, σχεδόν έξω από το κάδρο, μια 
γυναικεία φιγούρα κομμένη από απροσεξία του καλλιτέχνη. Δεν έχει σημασία. Ενδιαφέρουν οι 
δύο αντρικές παρουσίες της βεράντας. Τον έναν τον γνωρίζω καλά. Είναι ο Ρόμπερτ Σέραρντ, δεν 
έχω καμία αμφιβολία. Ξεχωρίζει πανύψηλος με τα πυκνά μαλλιά του. Ο άλλος είναι μετρίου 
αναστήματος, γεροδεμένος, φορά καπέλο και, από όσο ξέρω, είναι ο πραγματικός μου παππούς, 
ο Γιώργος Δημητριάδης-Βακούσης. Το πρόσωπό του χάνεται κάτω από τον ίσκιο του καπέλου, η 
στάση του σώματος όμως δείχνει έναν άντρα που πατά γερά στα πόδια του και αναδεικνύεται σε 
πρωταγωνιστή του μικρού επεισοδίου. 

Το ένστικτο του φωτογράφου δεν λαθεύει ποτέ, έτσι δεν λένε; Ο ανώνυμος καλλιτέχνης 
αποτυπώνει στο πλαίσιο μιας και μόνο στιγμής τις σχέσεις αυτών των ανθρώπων κι έτσι μας 
διηγείται μια ιστορία. Μας λέει δηλαδή ότι ο Γιώργος Δημητριάδης-Βακούσης είναι ένας άντρας 
που έχει τον τρόπο του, κι αυτό δεν το μαρτυρά μόνο η περιβολή του αλλά και η στάση του. 
Σχεδόν επιβάλλεται στον φακό. Ιδιο-κτήτης ενός από τα πολλά παραγγελιοδοχικά γραφεία που 
υπήρχαν τότε στη Στοά Φέξη, έχει πλουτίσει από τα πρώτα κιόλας μεταπολεμικά χρόνια. Ο 
Εγγλέζος, αντίθετα, έτσι όπως γέρνει δίπλα του, φαίνεται ένας άνθρωπος που δοκιμάζει ακόμη το 
επόμενο βήμα του. Την εποχή εκείνη δουλεύει στη Βρετανική Πρεσβεία της Αθήνας, αλλά 
σύντομα θα παραιτηθεί, για να συνεργαστεί με τον παππού μου. 

Όταν ο τελευταίος πεθαίνει ξαφνικά τρία χρόνια αργότερα, ο Ρόμπερτ Σέραρντ, βάσει διαθήκης, 
χρίζεται διαχειριστής της περιουσίας του και κηδεμόνας των παιδιών του. Έχει προηγουμένως 
λείψει και η μητέρα και κάποιος πρέπει να φροντίσει τα ορφανά. 

Κι εδώ συντελείται η μεγάλη αδικία για την οποία φωνάζω τόσα χρόνια. Ο Εγγλέζος υιοθετεί τον 
Άγη, καθιστώντας τον ουσιαστικά διάδοχό του σε ό,τι έμελλε να επακολουθήσει. Τη Μέλπω 
σπεύδει να την ξεφορτωθεί παντρεύο-ντάς τη με κάποιον που είχε τα διπλά της χρόνια, κι όσο 
για τον πατέρα μου, τον Σωτήρη, πληρώνει απλώς για τις σπουδές του. Κι ενώ δείχνει ότι 
αναλαμβάνει τη φροντίδα των τριών τέκνων, έχει στην ουσία αποκληρώσει τα δύο από αυτά. 
Παρατηρείται ένα φαινόμενο αιφνίδιων θανάτων στην οικογένεια και μια παράδοση υιοθεσιών 
που ξεκινά από το 1924. Δεν γνωρίζω με ποια λογική οι πρόγονοί μου, όταν πέθαιναν, 
εμπιστεύονταν τους γιους τους σε κάποιον συνεταίρο. Υποθέτω όμως πως η υιοθεσία, 
τουλάχιστον για τον παππού Γιώργο, υπήρξε αλγεινή εμπειρία, έτσι όπως κακολογούσε αργότερα 
στα παιδιά του τον συνεταίρο του πατέρα του. Κατά τα λεγόμενά του, ο συνεταίρος αυτός έκανε 
ό,τι περνούσε από το χέρι του για να τον πετάξει έξω από την οικογενειακή επιχείρηση. Δεν έχω
καταλάβει ακριβώς για τι είδους επιχείρηση μιλάμε, αν κρίνω όμως από τις σπουδές του
προπάππου –τριετής φοίτηση σε σχολή μηχανικών ατμού στη Γαλλία– και κάποια αναμνηστικά
έγγραφα, πρόκειται μάλλον για εταιρεία μετατροπής ελαιοτριβείων σε ατμοκίνητες μονάδες. 

Ο παππούς Γιώργος, που δεν ήθελε να ξανακούσει για μηχανές ατμού και τα συναφή, αναζήτησε 
την τύχη του στον χρυσό. Δούλεψε τέσσερα χρόνια δίπλα σ’ έναν Εβραίο κοσμηματοπώλη στο 
κέντρο της Αθήνας. Μετά την Κατοχή έγινε αργυραμοιβός, είχε πολλά χρήματα και θα έκανε 
ίσως περισσότερα, αν δεν πέθαινε στα πενήντα του. 

Στη φωτογραφία που περιγράφω είναι λίγο μεγαλύτερος απ’ ό,τι εγώ τώρα. Αν μου δώσει ο Θεός 
χρόνια, θα τον περάσω και τότε δεν θα θέλω να ξαναδώ αυτό το ενσταντανέ. Μου προκαλεί 
αμηχανία να αντικρίζω τους προγόνους μου νεότερους από εμένα. Λένε, ο θείος Άγης το λέει, 
πως ο ξάδερφός μου ο Τζώρτζης είναι φτυστός ο παππούς. Είναι μια παρηγοριά να σκέφτεται 
κανείς ότι τα χαρακτηριστικά του μεταφέρονται και επιζούν σ’ έναν ή περισσότερους απογόνους 
του. Αναρωτιέμαι τι έχω πάρει εγώ από αυτό τον μυστηριώδη άντρα, που, αν δεν είχα δει 
φωτογραφίες του, θα πίστευα πως επρόκειτο για μυθικό πρόσωπο. 

Το χαμόγελο της Τζοκόντα 

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν η γιαγιά Λήδα ήταν για τον παππού Γιώργο η γυναίκα της 
ζωής του. Ούτε μπορεί να βασιστεί σ’ εκείνη τη φωτογραφία του 1946 με την τρυφερή αφιέρωση – 
Είσαι η μικρή μου Τζοκόντα. Ίσως εκεί τον εμπνέει απλώς το αινιγματικό χαμόγελο της νεαρής 
καλλονής, που ποζάρει σαν μοντέλο ζωγράφου. Από τις διηγήσεις του πατέρα μου προκύπτει ένας 
σύζυγος σατράπης, που κακομεταχειρίστηκε ένα λεπτεπίλεπτο πλάσμα με όλους τους τρόπους. 
Πρέπει να ήταν σκληρό δίδαγμα ο πρόωρος χαμός της – αν μη τι άλλο, τον άφησε μόνο με τρία 
παιδιά. Ο παππούς Γιώργος δεν θα ήταν ποτέ πια ο ίδιος άνθρωπος. Πεθαίνει με τη σειρά του στις 
αρχές του 1961 από καρδιακή προσβολή. Η καρδιά πρόδιδε ανέκαθεν τους Δημητριάδηδες. Λες και 
υπάρχει προκαθορισμένος χρόνος λειτουργίας, πέρα από τον οποίο το ζωτικό αυτό όργανο σιγεί 
στα στήθη των αντρών της οικογένειας. Το ίδιο συνέβη και με τον Σωτήρη, τον δικό μου πατέρα. 

Αν όντως ο παππούς είχε προαισθανθεί τον θάνατό του και είχε ζητήσει σε ανύποπτο χρόνο 
από τον Ρόμπερτ Σέραρντ να φροντίσει τα παιδιά του, δεν το ξέρει κανείς. Το εικάζουμε από τη 
διαθήκη. Θεωρώ πάντως απίθανο να ζήτησε από τον Εγγλέζο να υιοθετήσει ένα τουλάχιστον – 
αυτός που σε όλη του τη ζωή καταριόταν τον θετό του πατέρα! 

Ο Εγγλέζος τίμησε μόνο την παράδοση της υιοθεσίας. Ο Τζώρτζης ξέρει καλύτερα από μένα τι 
σημαίνει αυτό, όταν πιάνει κάθε τόσο και μου λέει: «Δεν είμαι απλώς ένας Δημητριάδης, είμαι 
ένας Δημητριάδης-Σέραρντ». 

Το ξενοδοχείο Σέραρντ είναι ένας κόσμος αμύθητου πλούτου, μέσα στον οποίο εμείς, κι εννοώ 
την οικογένειά μου, την οικογένεια του Σωτήρη Δημητριάδη, δεν θα βάλουμε ποτέ πόδι. Πώς 
συνέβη αυτό, αφού το ξέρουμε ότι όλα έγιναν με τα λεφτά του παππού Γιώργου; Ποιος 
αποφάσισε ότι από την οικογενειακή περιουσία ο μόνος που επρόκειτο να ωφεληθεί πραγματικά 
ήταν ο θείος Άγης, με τις γυναίκες και τα παιδιά του; 

Πριν από χρόνια, κι ήμουν τότε ακόμη κοριτσάκι, σε μια κοσμική δεξίωση, μια κυρία της καλής 
κοινωνίας πληροφορήθηκε πως με λένε απλώς Λήδα Δημητριάδη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το 
συμπονετικό ύφος της όταν με πλησίασε και χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου είπε:
«Τι ατυχία! Να έχεις το όνομα της γιαγιάς σου, αλλά να σου λείπει το δεύτερο επώνυμο, γλυκιά
μου. Πραγματικά λυπάμαι για σένα». 

Σκέφτομαι πως, αν ήταν παρούσα η θεία Μέλπω, θα της απαντούσε αναλόγως. Αυτή ήταν 
ανέκαθεν μαζί μας στον μυστικό πόλεμο που είχαμε ανοίξει με την οικογένεια Δημητριάδη-Σέραρντ. 

Μεγάλωσα με την αίσθηση μιας κοινωνικής αναπηρίας, σήμερα θεωρώ τον εαυτό μου θύμα 
ανεπίτρεπτης αδικίας – άτιμε Ρόμπερτ Σέραρντ!
Διαβάσατε απόσπασμα από το βιβλίο “Ευτυχισμένες Οικογένειες” του Δημήτρη Στεφανάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

Για να λάβετε μέρος στον διαγωνισμό του Public και να κερδίσετε ένα αντίτυπο
του βιβλίου “Ευτυχισμένες Οικογένειες”, κλικάρετε στο παρακάτω μπλε link
ΠΗΓΗ: http://blog.public.gr/synentefxi-ton-syngrafea-tou-eftychismenes-ikogenies-dimitri-stefanaki/

 

“Ευτυχισμένες Οικογένειες” - Συνέντευξη στο blog.public.gr / Διαγωνισμός / Απόσπασμα...Συνέντευξη με τον συγγραφέα του “Ευτυχισμένες Οικογένειες” – Κερδίστε 3 αντίτυπα! Διαγωνισμός blog.public.gr

Αναρτήθηκε από: Dimitris Stefanakis

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σολ Μπέλοου, Ε. Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Προσπέρ... Διαβάστε περισσότερα...

Comments - Σχόλια

Share this Post:

Συνεχίστε την ανάγνωση...